Ο Πέτρος και ο Λύκος

Ο Πέτρος ήταν λίγο περίεργος σήμερα στη δουλειά. Βασικά ήταν κακοδιάθετος και μιλούσε ανόρεχτα μέσα από τα δόντια του. Όταν είχαμε βγει έξω για τσιγάρο κάποια συνάδελφος τον ρώτησε «Τι έχεις ρε Πέτρο; Γιατί τέτοια μούτρα;» . «Ξόδεψα περίπου 2 ώρες στο τμήμα χτες το βράδυ» απάντησε κοφτά και αμέσως οι υπόλοιποι καπνίζοντες γύρισαν προς το μέρος του και άρχισαν τις ερωτήσεις.


Η στάση του λεωφορείου στην Κηφισίας, στο ύψος των Αμπελοκήπων, ήταν σχετικά γεμάτη. Έβρεχε αρκετά. Τα αυτοκίνητα περνούσαν μπροστά από τη στάση αργά λόγω της κίνησης. Το κάδρο ήταν πάνω κάτω γνώριμο.
Μία γιαγιά καθόταν στο παγκάκι κρατώντας γερά τη μαύρη δερμάτινη παλιά τσάντα της και κάτι μπλε πλαστικές σακούλες. Δίπλα της, πιάνοντας όλο τον υπόλοιπο χώρο καθόταν μία υπέρβαρη μεσήλικη γυναίκα που φορούσε γούνα και ήταν υπερβολικά βαμμένη. Άλλες δύο γυναίκες γύρω στα 30 ήταν όρθιες ενώ ένας άνδρας γύρω στα 40 με σκουρόχρωμο δέρμα ήταν έξω από το υπόστεγο κρατώντας μία ομπρέλα.
Με φουριόζικο βήμα ένας νεαρός, το πολύ 25 χρονών πλησίασε στη στάση. Είχε πολύ κοντά μαλλιά και κάτι περίεργες τούφες πετούσαν στο κεφάλι του. Έκατσε δίπλα στον άνδρα με την ομπρέλα και άρχισε να του μιλάει προσβλητικά.


Όταν ο άνδρας –και κανένας άλλος – δεν αντέδρασε, ο νεαρός άρχισε να του φωνάζει.

Όταν ο άνδρας –και κανένας άλλος – δεν αντέδρασε, ο νεαρός άρχισε να του ρίχνει σφαλιάρες. Σαν αυτές που του έριχναν οι φίλοι του στο σχολείο.

Όταν ο άνδρας –και κανένας άλλος – δεν αντέδρασε, ο νεαρός άρχισε να τον φτύνει.

Όταν ο άνδρας –και κανένας άλλος – δεν αντέδρασε, ο νεαρός πήρε από το διπλανό κάδο ένα κομμάτι ξύλο, απομεινάρι ενός επίπλου και του έριξε μία στα γόνατα.

Και κάποιος αντέδρασε. Ο Πέτρος βγήκε από το αμάξι του λίγο πιο πίσω, περπάτησε προς το μέρος του νεαρού και τον χτύπησε με τη γροθιά του. Το ξύλο συνεχίστηκε για λίγη ώρα μέχρι που πέρασε ένα περιπολικό (ακάλεστο – εντελώς τυχαία) από μπροστά τους και τους σταμάτησε.
Ο Πέτρος πήγε στο τμήμα για να δώσει κατάθεση.
Ο άνδρας με το σκουρόχρωμο δέρμα είναι παράνομα στη χώρα.
Ο νεαρός. Ξέρω κι εγώ; Που να ξέρω. Μπορεί και να του είπαν ευχαριστώ στο τμήμα. Μπορεί και όχι.


«Ωχ ρε γαμώτο, ρε Πέτρο, τον έμπλεξες τον άνθρωπο. Είναι και παράνομος στη χώρα.»
«Ε βέβαια, γι’ αυτό δεν αντιδρούσε. Άντε μετά να τρέχεις να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας.»


Η παραπάνω ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή. Και υποθέτω δεν είναι τίποτα σε σχέση με το τι συμβαίνει συνολικά. Δεν ξέρω γιατί ένοιωσα την ανάγκη να το μεταφέρω. Ίσως επειδή το ένστικτό μου, μου λέει πως αν ήμουν στη θέση του Πέτρου θα έκανα το ίδιο και θέλω να ζητήσω συγνώμη γιατί δεν πιστεύω στη βία.
Φυσικά το μυαλό μου, μου λέει ότι θα έπρεπε να έχω πάρει απλά την αστυνομία. Ή απλά θα έπρεπε να πάρω τον άνδρα στο αυτοκίνητό μου, μακριά από τα σκατά αυτής της χώρας. Πάντως ρε γαμώτο (νομίζω) θα έκανα κάτι.

Που είναι το κινητό μου;

Image

Τις προάλλες που λέτε ήμασταν στο αυτοκίνητό μου με τον Κωνσταντίνο, τη Νατάσα και τον Ανδρέα. Δεν θυμάμαι προς τα που πηγαίναμε, αλλά οδηγούσα εγώ. Η διαδρομή ήταν ωραία. Κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα μέρος που ο δρόμος είχε πολύ νερό και παρόλο που εγώ αγχώνομαι γενικά με το βρεγμένο δρόμο δεν μάσησα και δεν μείωσα ταχύτητα (είχα πατήσει λάδια βλέπετε με βρεγμένο δρόμο και είχα στουκάρει, οπότε έχω ένα θέμα). Το νερό όμως όλο και αυξανόταν όπου τελικά βρέθηκα να οδηγώ πρακτικά πάνω στο νερό. Οδηγούσα πολύ γρήγορα για να μην βουλιάξει το αμάξι. Το αμάξι μου έγινε ο Ιησούς.
Μέσα στον πανικό, έχασα τον Κωνσταντίνο. Δεν ήταν πια στη θέση του συνοδηγού. Κοίταξα τον καθρέφτη μου και τον είδα πίσω να είναι μέσα στη μέση του νερένιου δρόμου και να κοιτάει. Δεν κουνιόταν, δεν έκανε τίποτα που να δείχνει ότι ήθελε να μπει ξανά μέσα στο αμάξι. Συνέχισα να οδηγώ, μην μπορώντας να κάνω μανούβρες πάνω στο νερό και ξαφνικά τον είδα μπροστά μου. Πάλι όμως δεν μπορούσα να σταματήσω γιατί θα βούλιαζα. Έπρεπε οπωσδήποτε να φτάσω στη στεριά. Συνέχισα το δρόμο μου ενώ οι πίσω επιβάτες δεν μιλούσαν καθόλου. Δεν τους έκανε καν εντύπωση ότι εξαφανίστηκε από το αυτοκίνητο ο Κωνσταντίνος. Ήταν πολύ περίεργο συναίσθημα. Ένοιωθα ότι είχα μείνει μόνη μου.

Και ξαφνικά, στεριά. Ένα πράσινο λιβάδι και γύρω γύρω λόφοι. Είχε και μερικές ελιές. Συνέχισα το δρόμο μου μέσα στο λιβάδι μόνο και μόνο για να αναγκαστώ να σταματήσω μιας και ήταν αδιέξοδο. Έβλεπα άλλα αμάξια να χρησιμοποιούν άλλο δρόμο, από τους λόφους αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω πως θα έφτανα εκεί. Έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι ή κάπου οικεία τέλος πάντων για να βρω τον Κωνσταντίνο.

Βγήκα έξω από το αμάξι και πήγα προς μία ετερόκλιτη παρέα ανθρώπων. Δύο γυναίκες ντόπιες και κάτι τουρίστες από την Ισπανία. Προσπάθησα να διακόψω για να ζητήσω βοήθεια αλλά ήταν για κάποιο λόγο αδύνατον. Σαν να μην με άκουγαν, σαν να μην με έβλεπαν. Οι τουρίστες από την Ισπανία ζητούσαν δουλειά στις γυναίκες. Ήθελαν λέει να κάνουν μεροκάματο στις ελιές. Οι γυναίκες γελούσαν κι έλεγαν μεταξύ τους ότι οι ελιές ήταν πολύ λίγες και δεν υπήρχε λόγος να μαζευτούν. Η προφορά των γυναικών ήταν γνώριμη. Είχα βρεθεί στην Ικαρία. Αλλά δεν ένοιωθα και πολύ οικεία τελικά. Οι γυναίκες δεν μου μίλησαν ποτέ. Η μέρα ήταν πολύ όμορφη, ανοιξιάτικη και ηλιόλουστη αλλά εγώ ήμουν μόνη χωρίς τον Κωνσταντίνο. Δεν κατάφερα να την απολαύσω.

Ναι, όπως καταλάβατε ήταν όνειρο. Αγχωτικό. Όταν ξύπνησα συνειδητοποίησα ότι δεν έχω ενσωματώσει στα όνειρά μου το κινητό μου, την ευκολία αλλά και το άγχος που μου δίνει αυτό. Αν όλα αυτά ήταν πραγματικά θα είχα πάρει τηλέφωνο τον Κωνσταντίνο, θα είχα μάθει που βρισκόταν, αν ήταν καλά, πως κατάφερε να τηλεμεταφερθεί και λοιπά 😉
Στα όνειρά μου όμως δεν έχει ευκολίες, δεν έχει κινητά. Χμ, εδώ που τα λέμε πάντως ούτε η πραγματικότητα είναι και πολύ εύκολη αν και τουλάχιστον όταν είμαι ξύπνια (θέλω να ελπίζω πως) φροντίζω να μην εξαφανίζονται οι άνθρωποι που αγαπώ.

Γιατί γέμισε η Αθήνα νεράντζια;

neratzia

Σε εκείνον άρεσε το γλυκό νεράντζι. Σε εκείνη άρεσε να του το φτιάχνει.

Οι νεραντζιές όμως δεν υπήρχαν πάντα στην Αθήνα. Δεν ήταν όπως σήμερα.

Του έφτιαχνε όμως άλλα γλυκά. Μέσα σε ένα βαρύ και λεκιασμένο βιβλίο υπάρχουν ακόμα οι συνταγές.

Τα χρόνια περνούσαν, τα γλυκά άλλαζαν, η ζωή άλλαζε.

Και μια μέρα ήρθαν από το δήμο και φύτεψαν νεραντζιές παντού. Στο δρόμο τους. Στον παραπάνω. Στο δίπλα. Στον από κάτω.

Τώρα που θα έχουμε τις νεραντζιές μας, θα μου φτιάχνεις γλυκό συχνά; ρώτησε εκείνος.

Πριν καρποφορήσουν για πρώτη φορά τα δέντρα, εκείνος έφυγε για πάντα.

Και τώρα που η Αθήνα είναι γεμάτη νεραντζιές, είναι σαν να γέμισε από τον έρωτά τους.

Και τώρα που η Αθήνα είναι γεμάτη νεραντζιές, είναι σαν να τις φύτεψαν μόνο για εκείνον.

Κι ο παράδεισος είναι γεμάτος με πορτοκαλί μικρά θαύματα.

 

Αφιερωμένο στη μαμά μου.

Γαμημένο life style

Η ψηλή εντυπωσιακή κυρία, με τα ξεθωριασμένα ίσια καστανά μαλλιά και το ξερακιανό πρόσωπο, έριχνε κλεφτές ματιές σε όσους περίμεναν από πίσω της στην ουρά του ταμείου του μεγάλου σούπερ μάρκετ που αντί για ράφια είχε κούτες. Είχε αρχίσει να νοιώθει άβολα γιατί η ουρά από πίσω της μεγάλωνε συνεχώς και η αναθεματισμένη η ταμίας δεν έκανε ούτε  πιο γρήγορα, ούτε και πιο διακριτικά.

«Πάει κάνας μήνας τώρα που αγοράσατε το προϊόν που θέλετε να επιστρέψετε ε;» είπε η ταμίας φωναχτά. Η γυναίκα δε μίλησε, απλά έγνεψε θετικά με το κεφάλι της.

«Το ποσό που θα σας επιστρέψουμε είναι 2 ευρώ και 98 λεπτά. Να το αφαιρέσω από τα ψώνια σας τώρα;» συνέχισε το ίδιο φωναχτά η ταμίας. Ξανά η γυναίκα έγνεψε καταφατικά.

Ο νεαρός από πίσω της κοίταζε το κινητό του στην προσπάθειά του να μην την κάνει να ντραπεί κι άλλο.  Ποιος άνθρωπος επιστρέφει κάτι μετά από 1 μήνα για να πάρει πίσω 2,98 ευρώ σκέφτηκε και συνέχισε να κοιτάει το κινητό του.

Η ουρά μεγάλωνε. Κανείς δε γκρίνιαζε για την καθυστέρηση.

Η ταμίας έβγαλε κάτι χαρτιά έξω, άρχισε να σημειώνει διάφορα και στο τέλος της είπε να υπογράψει.

«Είμαστε εντάξει τώρα. Το σύνολό σας είναι 16 ευρώ και 30 λεπτά.» είπε η ταμίας.

Η γυναίκα έβγαλε έξω ένα (τύπου) Louis Vuitton πορτοφόλι και άρχισε να μετράει τα χρήματά της. Πρώτα έβγαλε το δεκάευρω, μετά έξι ευρώ σε 2ευρα και τέλος 30 λεπτά σε 5λεπτα.

Ο νεαρός είχε σηκώσει το κεφάλι του αυτή τη φορά. Κοιτούσε το πορτοφόλι. Τα χρήματα. Τα ψιλά. Το πρόσωπό της που ήταν κόκκινο και έδινε λίγο χρώμα στη θλίψη της.

Η κυρία πλήρωσε, έβαλε το (τύπου) Louis Vuitton στην τσάντα και από μέσα έβγαλε μερικές χρησιμοποιημένες σακούλες σούπερ μάρκετ. Έβαλε μέσα τα ψώνια της και έφυγε.

«Γαμημένο life style» μονολόγησε ο νεαρός κοιτάζοντάς την να απομακρύνεται.

Τηγανητές Δαγκωμένες Μελιτζάνες

Image

Η μητέρα μου υπήρξε πολύ αυστηρή με το φαγητό. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να κάνει και διαφορετικά καθώς είχε 4 παιδιά και αν υπέκυπτε στις παραξενιές του καθενός από εμάς, θα έπρεπε να μαγειρεύει όλη μέρα για να μας ικανοποιήσει. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μάθουμε να τρώμε σε γενικές γραμμές τα πάντα.

Η δική μου λύση στις περιπτώσεις που πραγματικά δεν ήθελα να φάω κάτι ήταν να το πετάω από το μπαλκόνι. Το πίσω μπαλκόνι έβλεπε στον κήπο όπου και ξεφορτωνόμουν διάφορα, συνήθως τα χόρτα από τις πίτες (δηλαδή πέταγα τη γέμιση και έτρωγα το φύλλο). Ναι, τέτοια ήμουν.

Ένα Σάββατο ή μια Κυριακή, πολλά χρόνια πίσω, όταν ήμουν τόσο κοντή που δεν έφτανα καν να δω τι έχει στο τραπέζι, η μαμά μαγείρευε για το μεσημεριανό τραπέζι. Ένα από τα φαγητά τα οποία ετοίμαζε ήταν τηγανητές μελιτζάνες. Αφού τηγανίζονταν, τις έβαζε στο πιάτο και τις άφηνε στο τραπέζι. Περνάω λοιπόν κι εγώ από το τραπέζι, σηκώνω το χέρι μου, νομίζοντας ότι θα πιάσω καμιά πατάτα και τελικά αυτό που πήρα ήταν μια τηγανητή μελιτζάνα.

Τη δοκιμάζω, δε μου αρέσει, βγαίνω στο μπαλκόνι και με μια επαγγελματική κίνηση την πετάω από κάτω. Μόνο που αυτή τη φορά είτε από την αγωνία μου να μην με καταλάβει κανείς, είτε επειδή δεν έβαλα αρκετή δύναμη, η μελιτζάνα δεν έπεσε στον κήπο.

Την ίδια στιγμή, ο συγχωρεμένος ο θείος μου ο Γκίκας, ένας πολύ γλυκός μα αρκετά αυστηρός άνθρωπος, βάφει ανυποψίαστος τα κάγκελα του μπαλκονιού του σπιτιού του που βρίσκεται στον πρώτο όροφο. Βρίσκεται στην κλασική στάση που βάφει κανείς κάγκελα με γυρισμένο το κεφάλι στα πλάγια. Στο μάγουλό του προσγειώνεται η δαγκωμένη τηγανιτή μου μελιτζάνα.

Δύο λεπτά αργότερα και δύο ορόφους πάνω, στο δικό μας σπίτι το τηλέφωνο χτυπάει. Ο πατέρας μου σηκώνει το ακουστικό. Η συγχωρεμένη θεία μου η Μαίρη, γυναίκα του Γκίκα φωνάζει στον πατέρα μου έξαλλη και του λέει “Γιώργο, τι θα γίνει; Μαζέψτε τη μικρή! Πετάει τηγανιτά κολοκυθάκια πάνω στο Γκίκα!”. Ο πατέρας μου, ψύχραιμος και με ένα ελαφρύ χαμογελάκι της απαντά “Α Μαίρη μου, όλα κι όλα. Τηγανιτή μελιτζάνα ήταν!”. 

Δεν υπάρχει λόγος για αυτή την ιστορία και για άλλες ιστορίες που πρόκειται να γράψω για το μπαμπά μου. Ίσως μονάχα η ανάγκη να τον έχω πάντα φρέσκο στη μνήμη παρόλο που έχουν περάσει 22 χρόνια από τότε που τον χάσαμε. Και η ανάγκη μου να μοιραστώ μερικά κομμάτια του χαρακτήρα του που θεωρώ πως τον έκαναν πολύ ξεχωριστό. Τόσο ως μπαμπά (για όσο λίγο τον έζησα και τον θυμάμαι) όσο και ως άνθρωπο.

Επίσης να πω ότι μεγαλώνοντας αγάπησα τις μελιτζάνες μαγειρεμένες με κάθε δυνατό τρόπο, οπότε δεν διατρέχετε κανένα κίνδυνο αν περάσετε κάτω από το σπίτι μου.

Εκείνο το Πάσχα

Το πατρικό του σπίτι πάντοτε έβγαζε διάφορους ήχους. Τριξίματα από τους σωλήνες του μπάνιου, από τα κανάλια του τεράστιου κλιματιστικού που είχε βάλει πριν χρόνια ο πατέρας του, ήχους από το ψυγείο που αργοπέθαινε και του θύμιζαν ότι πάντα θα υπάρχει η φθορά και ακόμα και εκείνος που ήταν ο πιο μικρός της οικογένειας μια μέρα θα άφηνε τον κόσμο. Τους είχε συνηθίσει τόσα χρόνια τους ήχους, δεν τον τρόμαζαν. Είχαν γίνει ένα μαζί του. Μα εκείνη την Μεγάλη Παρασκευή όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Οι ήχοι είχαν άλλη ένταση και έμοιαζαν συντονισμένοι, σαν να του μιλούσαν. Προσπαθούσε να κοιμηθεί μα δεν τα κατάφερνε. Στο σπίτι που άλλοτε οι φωνές γέμιζαν τα δωμάτια, τώρα ήταν μόνος του προσπαθώντας να τα φέρει βόλτα με τη μοναξιά του. Ο σκύλος του δεν φαινόταν να δίνει σημασία. Κοιμόταν και ροχάλιζε ενοχλητικά κάτω από το κρεβάτι. Όταν πια τον πήρε ο ύπνος το ρολόι έδειχνε έξι παρά.

Είχε χρόνια αποδεχτεί πως δεν υπάρχει θεός. Παλιά, όταν ήταν μικρός γύρω στα δέκα, προσευχόταν για τον πατέρα του που είχε καρκίνο στα πνευμόνια. Στη μάνα του έκανε μάλιστα κι εντύπωση μιας και στο σπίτι δεν είχαν τέτοιες συνήθειες. Αριστερή οικογένεια, άθεη, έλεγαν οι γείτονες. Ο πατέρας του πέθανε τελικά και ούτε πρόλαβε να του πει αντίο. Νοσηλεύοταν σε ένα νοσοκομείο στη Νέα Υόρκη. Πέθανε εκεί, 1η του Ιούνη αξημέρωτα. Κανέναν δεν χαιρέτησε. Ούτε αυτόν, ούτε τις αδερφές του. Ίσως μονάχα τη γυναίκα του, που από τις ιστορίες έμαθε πως πριν πάει για ύπνο ο πατέρας του, την πήρε τηλέφωνο και της είπε να προσέχει τον εαυτό της, τα παιδιά και το καινούριο τους αυτοκίνητο. Και μετά έτσι απλά πέθανε στον ύπνο του. Κι ο Πάρης χαιρέτησε μια και καλή την πίστη, το θεό, το Χριστό και όλα τα συμπαρομαρτούντα.

Είχε αποφασίσει για ακόμα μία χρονιά να μην δώσει σημασία στο Πάσχα. Κάθε χρόνο το Πάσχα τον αγνοούσε εξίσου. Το μόνο που χαιρόταν από αυτή τη γιορτή ήταν οι διακοπές, η λίγη ξεκούραση και οι αδερφές του που την Κυριακή του Πάσχα τις χόρταινε με την ψυχή του στο οικογενειακό τραπέζι μαζί με τα αφηνιασμένα μικρά τους που τα΄νοιωθε πιο πολύ σαν αδερφάκια παρά σαν ανήψια.

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ξύπνησε νωρίς. Ήταν εννιά το πρωί όταν άνοιξε τα μάτια του. Προσπάθησε να μείνει παραπάνω στο κρεβάτι μιας και είχε αργήσει τόσο πολύ να κοιμηθεί μα δεν τα κατάφερε. Σηκώθηκε προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του πως ήταν ένα κανονικό Σάββατο σαν όλα τα άλλα, μα η αμείλικτη ησυχία της γειτονιάς του θύμιζε πως ήταν Πάσχα. Η μπάσα φωνή της κυρίας Κοραλλίας από το απέναντι μπαλκόνι έσπαγε για λίγο την κατανυκτική ατμοσφαιρα της γειτονιάς μιλώντας στο τηλέφωνο για την περιφορά του επιταφείου το προηγούμενο βράδυ.

Είχε αποφασίσει να μην κάνει τίποτα το βράδυ. Η Ανάσταση ήταν κάτι σαν πρωτοχρονιά για την Άνοιξη. Όλοι οι χριστιανοί πήγαιναν εκκλησία, γυρνούσαν σπίτι, έτρωγαν μαγειρίτσα, (ένα φαγητό φτιαγμένο με σοφία για να βοηθήσει τα στομάχια των νηστευόντων χριστιανών να μην ταραχτούν από την κτηνωδία που θα ακολουθούσε την Κυριακή του Πάσχα) κι έπειτα έβγαιναν και μεθούσαν για να γιορτάσουν το Χριστό που ξύπνησε από το θάνατο σαν να ήταν μεσημεριανός υπνάκος. Όχι, ευχαριστώ δεν θα πάρω, είπε στον εαυτό του και αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό εκείνο το Μεγάλο Σάββατο.

Βγήκε έξω, πήγε στο χρωματοπωλείο κι αγόρασε 3 κιλά μπογιά πράσινο, λαχανί χρώμα για να βάψει το τραπέζι του σαλονιού που είχε βαρεθεί να το βλέπει. Δεν χρειαζόταν τόση μπογιά, μα εκείνος, σε αντίθεση με τον πατέρα του που ήταν μηχανικός και πάσης φύσεως τεχνίτης, ήταν άσχετος με αυτά. Καλύτερα ασφαλής, παρά μετανοιωμένος είπε στον εαυτό του την ώρα που επεξεργαζόταν τα πινέλα, τις σκάφες και τα γυαλόχαρτα που του είχε φορτώσει ο πωλητής. Έβγαλε από την τσέπη του το χαρτάκι που του είχαν δώσει από το μαγαζί κι άρχισε να το μελετάει. Πρώτα, θα τρίψεις το τραπέζι με το γυαλόχαρτο μέχρι να φύγουν οι γυαλάδες. Μετά θα το καθαρίσεις από τις σκόνες. Έπειτα θα αραιώσεις τη μπογιά με ένα δέκατο νερό, θα τ’ανακατέψεις καλά και θα αρχίσεις το βάψιμο. Στα δύσκολα σημεία να χρησιμοποιήσεις το πινέλο ενώ στις επιφάνεις τις μεγάλες θα έχεις το ρολάκι. Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε σαν να άκουγε το μαγαζάτορα που του’δινε συμβουλές.

Είχε μεσημεριάσει πια όταν ξεκίνησε. Είχε μάθει απ’ έξω τα λόγια από το χαρτί κι έτσι το πέταξε στα σκουπίδια. Άρχισε να τρίβει το τραπέζι, ευγενικά, σαν να χτένιζε το σκύλο του και σκεφτόταν πως άμα ζούσε ο πατέρας του κι η μάνα του μάλλον δεν θα’μενε σε τούτο δω το σπίτι και δεν θα χρειαζόταν να βάψει το τραπέζι. Άλλωστε δεν θα τον άφηνε η μάνα του. Την άκουσε από την κουζίνα να φωνάζει, Τι κάνεις βρε παλαβιάρη; Άστο ήσυχο το τραπέζι! Δεν έδωσε σημασία στη φωνή της παρόλο που σπάνια τον επισκέφτονταν πια. Συνέχισε να τρίβει απαλά, να παρατηρεί το ξύλο, το καθαρό του χρώμα όπως εμφανίζοταν κάτω από το αρχαίο λούστρο. Η φωνή του πατέρα του δεν ήταν πουθενά. Ποτέ δεν ήταν βέβαια. Απόρησε με τον εαυτό του που είχε τέτοιες απαιτήσεις από τον αρχαίο νεκρό. Η μάνα του δεν είχε καιρό που πέθανε, λογικό ήταν.

Άρχισε να τρίβει το τραπέζι με δύναμη.  Το σπίτι είχε γεμίσει σκόνες και η φωνή της μάνας του πάλι ερχόταν να τον διακόψει, Πως τα’χεις κάνει έτσι βρε αγόρι μου, ποιος θα τα καθαρίσει όλ’ αυτά; Μα τι σ’ έπιασε μέρα που’ναι; Την αγνόησε πάλι. Όλα αυτά τα χρόνια που έφυγαν οι αδερφές του και  αφού πέθανε κι η μάνα του, τα κάνει όλα αυτός μέσα στο σπίτι. Τι θέλει τώρα και του μιλά για τις δουλειές; Αφού όλα τα έχει αποδείξει, είναι ένας νέος άξιος, νοικοκυρεμένος που δεν αφήνει ούτε πιάτο άπλυτο.

Ο Πάρης τελείωσε με το τρίψιμο του τραπεζιού το απόγευμα. Είχε κουραστεί. Έπεσε στον γεμάτο με σκόνες καναπέ και αποκοιμήθηκε. Στον ύπνο του είδε τον πατέρα του με το σώβρακο και το ψαροτούφεκο στο χέρι να πέφτει στη θάλασσα , πίσω απ΄το λιμάνι στον Άγιο Κήρυκο στην Ικαρία, χωρίς να τον χαιρετά κι έπειτα είδε τη μάνα του στην ίδια θάλασσα με κίτρινο φόρεμα να αφήνει λουλούδια στην παραλία και να φεύγει μετά με το καινούριο αυτοκίνητο που είχε πια σαπίσει.

Άνοιξε τα μάτια του όταν είχε πια νυχτώσει. Το ρολόι έδειχνε δέκα. Το τηλέφωνο χτυπούσε. Ήταν η μεγάλη του αδερφή που του’λεγε να πάει να κάνει Ανάσταση μαζί τους. Είπε πως βαριόταν και δεν ήθελε ν’ αντικρύσει ψυχή και έκλεισε το τηλέφωνο δίνοντας υπόσχεση πως θα τους κουβαλιόταν την επομένη. Άρχισε να ετοιμάζει τη μπογιά. Δεν θα το άφηνε. Θα το τελείωνε εκείνη τη νύχτα.

Ανάσταση νεκρών και μαλακίες είπε στον εαυτό του και περίμενε τη μάνα του να πει κάτι απ’την κουζίνα, μα αυτή τίποτα, σιωπή. Έβαλε μουσική, απ’ το Ρεμπέτικο του Ξαρχάκου και είπε να μπει για καλά στο ρόλο των γονιών του. Άνοιξε και μια μπύρα και άρχισε. Το σπίτι άρχισε να τρίζει, να του μιλά. Τα κανάλια από το κλιματιστικό έβγαζαν μια περίεργη παιδική μυρωδιά κι εκείνος έπινε τη μπύρα χωρίς να δίνει σημασία Είμαι μεγάλος, είμαι πατέρας, είμαι μάνα και θα το φτιάξω αυτό το αναθεματισμένο το τραπέζι απόψε πριν κοιμηθώ! είπε φωνάζοντας στο κλιματιστικό και συνέχιζε να πίνει και να βάφει.  Οι σωλήνες του μπάνιου άρχισαν να κλαίνε μαζί με τον αμανέ από το «μανα μου ελλάς» κι εκείνος τραγουδούσε μαζί, για όλα εκείνα που ποτέ δεν θα μάθαινε, δεν θα καταλάβαινε και δεν θα ένοιωθε, μα που τα’χε κάνει δίχως λόγο δικά του, πόνους και βάσανα που δεν του άνηκαν μα τα’χε υιοθετήσει.

Κόντευε να τελειώσει το πρώτο χέρι του τραπεζιού. Ο χώρος γύρω χάλια. Σκόνες και μπογιές παντού. Τα άδεια κουτάκια από τις μπύρες χόρευαν στο πάτωμα με τη βοήθεια του αέρα που έμπαινε ευγενικά και απαλά από τα παράθυρα. «Της πίκρας τα ξερόνησα» έπαιζαν σε επανάληψη κι εκείνος τραγουδούσε με τη φάλτσα φωνή του γεμάτη παράπονο και κλάμα. Κι έβαφε. Κι έβαφε. Κι όταν πια το πρώτο χέρι είχε τελειώσει όπως όπως, σηκώθηκε όρθιος και λίγο ζαλισμένος πήγε προς την κουζίνα. Ο πατέρας του ήταν εκεί, όρθιος και ζωντανός όπως τον θυμόταν, με τα σγουρά μαύρα μαλλιά του και τα μεγάλα καστανά του μάτια. Ο Πάρης έμεινε αποσβολωμένος να κοιτά.

Μα…μα.. εσύ; Εσύ είσαι νεκρός. Πάνε 20 χρόνια, είπε ο Πάρης.

Ο πατέρας του τον κοίταξε. Μεγάλωσες, του είπε. Μένεις μόνος, έχεις τη ζωή σου, είσαι ανεξάρτητος. Μπράβο γιε μου. Μπράβο και για το τραπέζι. Ωραίο το έκανες. Χρειαζόταν λίγο χρώμα εδώ μέσα. Τόσα χρόνια πέρασαν και μια αλλαγή δεν είδα. Μπράβο.

Ο Πάρης κοιτούσε τον πατέρα του. Έτρεμε σύγκορμος. Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει. Αγκαλιάστηκαν σαν δυο καλοί φίλοι που είχαν χρόνια να ειδωθούν. Άρχισε να του λέει πως δεν πρόλαβε να τον χαιρετήσει, άρχισε να του λέει πως του λείπει, άρχισε να του λέει πόσο σιχαινόταν τις γιορτές που ήταν πια ορφανός από μάνα και πατέρα.

Και μετά ο Πάρης λιποθύμησε.

Κυριακή του Πάσχα ξύπνησε στο κρεβάτι του. Σηκώθηκε πάνω και πήγε να πλύνει το πρόσωπό του ταραγμένος. Έπειτα πήγε στο σαλόνι να δει το χαμό από σκόνες και μπογιές προσπαθώντας να θυμηθεί το προηγούμενο βράδυ, τον πατέρα του, την κουβέντα τους. Το σαλόνι ήταν φτιαγμένο. Μπογιές και σκάφες και πινέλα ήταν όλα πλυμένα και στη θέση τους. Το τραπέζι είχε βαφτεί και τα δυο χέρια και ήταν τέλειο. Οι μπύρες ήταν στα σκουπίδια και η καρδιά του σε άλλο τόπο. Έσκυψε το κεφάλι και είπε ένα σιγανό «ευχαριστώ». Μάζεψε τα πράγματά του και πήγε στις αδερφές του, να παίξει με τα ανήψια του. Ήταν άλλωστε Κυριακή του Πάσχα. Δεν είχει επιθυμία να κάνει οτιδήποτε άλλο.

Το αγόρι που μισούσε τα καλοκαίρια

Ο Δημήτρης ήταν υιοθετημένος. Μία παγωμένη νύχτα του Νοέμβρη το 1985, τον βρήκαν σε ένα καλαθάκι μπροστά στο γενικό νοσοκομείο της Πάτρας. Δεν έκλαιγε, παρόλο το κρύο. Κοιμόταν βαθιά.

Ο Δημήτρης προτιμούσε τους χειμώνες. Όσο πιο κρύος ο χειμώνας, τόσο το καλύτερο. Χρειαζόταν κρύο για να κοιμηθεί τα βράδια, αλλιώς στριφογυρνούσε όλη τη νύχτα στο κρεβάτι του. Υπήρχαν φορές που οι θετοί γονείς του άνοιγαν τα καλοριφέρ παρόλα τα παρακάλια του για το αντίθετο, και έτσι δεν κοιμόταν όλη τη νύχτα. Πήγαινε στο σχολείο σαν ζόμπι και όταν τον ρωτούσαν δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Τα καλοκαίρια ήταν δύσκολα. Το σπίτι του ήταν από τα πρώτα που έβαλαν κλιματιστικό στη γειτονιά του. Το άνοιγε και ξάπλωνε γυμνός στο κρεβάτι. Γι’ αυτό η μαμά του δεν έμπαινε ποτέ απρόσκλητη στο δωμάτιο. Ήταν ο μόνος που προτιμούσε «το βουνό και όχι τη θάλασσα». Μέχρι τα 17 που πήγαιναν όλοι μαζί διακοπές, είχαν γυρίσει όλα τα βουνά της Ελλάδας.

Ο Δημήτρης προσπαθούσε να μην γίνεται βάρος. Γι’ αυτό δεν έκανε φίλους. Δεν είχε ποτέ κοπέλα. Ποια κοπέλα άλλωστε θα πήγαινε διακοπές στο βουνό; Ποια κοπέλα θα θυσίαζε το μαύρισμά της για τον δικό του ύπνο;

Όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο στην Αθήνα ένοιωσε μία μεγάλη ανακούφιση. Θα του έλειπαν οι γονείς του αφόρητα, αλλά τουλάχιστον θα κατάφερνε να κοιμηθεί κανονικά έναν ολόκληρο χειμώνα. Έκανε και μερικές παρέες στην Αθήνα. Όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν άναβε ποτέ καλοριφέρ, έλεγε πως δεν είχε χρήματα για πετρέλαιο. Ήταν καλή δικαιολογία.

Έμενε στους Αμπελόκηπους, στον 5ο όροφο μιας πολυκατοικίας πάνω στη Μεσογείων.

Ο πρώτος χειμώνας πέρασε. Ήρθε η άνοιξη και ήταν σχετικά υποφερτή. Είχε άγχος για το καλοκαίρι στην Αθήνα. Δεν ήξερε πως είναι. Δεν ήξερε τι θα αντιμετώπιζε. Το κλιματιστικό δεν τον πρόδωσε. Ήταν καλό, καινούριο, δούλευε καλά. Κατάφερε να κοιμηθεί το πρώτο καλοκαίρι.

Τα χρόνια πέρασαν. Η σχολή τελείωσε. Σπούδασε μαθηματικά. Δεν τρελαινόταν. Του άρεσε όμως η στατιστική. Αποφάσισε να μην γυρίσει στην Πάτρα.

Η κατάσταση κάθε χρόνο χειροτέρευε. Όλο και περισσότερο ζεσταινόταν. Όλο και περισσότερο δυσκολευόταν να κοιμηθεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Όλο τον Ιούλιο του 2007 έπαιρνε τηλέφωνο τους τεχνικούς κάθε βδομάδα να έρθουν να φτιάξουν το κλιματιστικό. Στο τέλος του μήνα μία κυρία από το τηλεφωνικό κέντρο του έβαλε τις φωνές. «Δεν σε αντέχω άλλο! Μια χαρά είναι το κλιματιστικό σου!» του είπε και του έκλεισε το τηλέφωνο απότομα. Έβαλε τα κλάματα. Ήταν τόσο κουρασμένος, τόσο άυπνος. Δεν άντεχε.

Τον Αύγουστο του 2007 έκανε εγκατάσταση ενός ακόμα κλιματιστικού στο υπνοδωμάτιό του. Το ζήτημα βελτιώθηκε μέχρι να έρθει ο χειμώνας και πάλι.

Τον Οκτώβρη του 2007 άρχισε να μαζεύει χρήματα. Θα πήγαινε κάπου που να κάνει κρύο και το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι του 2008 έφυγε για το «Δαχτυλίδι Θανάτου του Στάλιν», την πιο κρύα πόλη του κόσμου που βρίσκεται στην καρδιά της Σιβηρίας. Οι 500 κάτοικοι τον κοιτούσαν περίεργα. Τον φιλοξένησαν όμως. Μετά από λίγο καιρό άρχισαν να του χαμογελούν, να προσπαθούν να του μιλήσουν. Ήταν το καλύτερο καλοκαίρι στη ζωή του. Κοιμήθηκε με την ψυχή του.

Όταν ήρθε ο χειμώνας στην Ελλάδα γύρισε πάλι. Έκανε τους υπολογισμούς για να δει αν θα μπορούσε και πάλι να επισκεφτεί τη Σιβηρία το επόμενο καλοκαίρι. Δεν θα μπορούσε.

Το καλοκαίρι του 2009 έβαλε και τρίτο κλιματιστικό στον ίδιο χώρο. Του φάνηκε πως δεν έκανε καμία διαφορά.

Στις  6 του Αυγούστου, Πέμπτη, στις 4 τα χαράματα ο Δημήτρης άυπνος, βγήκε στο μπαλκόνι του. Η Μεσογείων από κάτω ήταν άδεια. Χωρίς πολλή σκέψη, σκαρφάλωσε το κάγκελο του μπαλκονιού και πήδηξε. Ο Δημήτρης άρχισε να ανεβαίνει προς τα πάνω σαν μπαλόνι γεμάτο ήλιο.

Τρομοκρατήθηκε. Ήθελε να κατέβει. Ήθελε να πέσει, μα ήταν αδύνατο.

Ανέβαινε όλο και ψηλότερα. Τα φώτα της Αθήνας ήταν εντυπωσιακά.  Τα αυτοκίνητα στους άδειους δρόμους έτρεχαν σαν τρελά. Ανέβαινε ψηλότερα. Άρχισε να βλέπει τη θάλασσα. Ανέβαινε κι άλλο, δεν ξεχώριζε τίποτα πια, παρά μόνο τα φώτα. Του άρεσαν.

Ζύγισε την κατάσταση. Αν ήταν να έπεφτε θα έπεφτε, αν πάλι όχι, απλά θα περίμενε να δει τι θα γίνει.

Όσο ανέβαινε, τόσο δρόσιζε. Τα φώτα του ζάλιζαν τα μάτια. Τον πήρε ο ύπνος. Δεν προσπάθησε, δεν στριφογύρισε, απλά κοιμήθηκε στον αέρα. Πέρασε στην τροπόσφαιρα και μετά στην στρατόσφαιρα. Στον ύπνο του έβλεπε το Δαχτυλίδι Θανάτου κι εκείνο το συμπαθητικό κορίτσι που μέσα σε ένα ολόκληρο καλοκαίρι κατάφερε να της πει μονάχα ένα γεια.

Κι έτσι ο Δημήτρης κοιμήθηκε και χάθηκε για πάντα. Δεν έπεσε ποτέ. Μπορεί να μπήκε σε τροχιά. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε. Image