Εκείνο το Πάσχα

Το πατρικό του σπίτι πάντοτε έβγαζε διάφορους ήχους. Τριξίματα από τους σωλήνες του μπάνιου, από τα κανάλια του τεράστιου κλιματιστικού που είχε βάλει πριν χρόνια ο πατέρας του, ήχους από το ψυγείο που αργοπέθαινε και του θύμιζαν ότι πάντα θα υπάρχει η φθορά και ακόμα και εκείνος που ήταν ο πιο μικρός της οικογένειας μια μέρα θα άφηνε τον κόσμο. Τους είχε συνηθίσει τόσα χρόνια τους ήχους, δεν τον τρόμαζαν. Είχαν γίνει ένα μαζί του. Μα εκείνη την Μεγάλη Παρασκευή όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Οι ήχοι είχαν άλλη ένταση και έμοιαζαν συντονισμένοι, σαν να του μιλούσαν. Προσπαθούσε να κοιμηθεί μα δεν τα κατάφερνε. Στο σπίτι που άλλοτε οι φωνές γέμιζαν τα δωμάτια, τώρα ήταν μόνος του προσπαθώντας να τα φέρει βόλτα με τη μοναξιά του. Ο σκύλος του δεν φαινόταν να δίνει σημασία. Κοιμόταν και ροχάλιζε ενοχλητικά κάτω από το κρεβάτι. Όταν πια τον πήρε ο ύπνος το ρολόι έδειχνε έξι παρά.

Είχε χρόνια αποδεχτεί πως δεν υπάρχει θεός. Παλιά, όταν ήταν μικρός γύρω στα δέκα, προσευχόταν για τον πατέρα του που είχε καρκίνο στα πνευμόνια. Στη μάνα του έκανε μάλιστα κι εντύπωση μιας και στο σπίτι δεν είχαν τέτοιες συνήθειες. Αριστερή οικογένεια, άθεη, έλεγαν οι γείτονες. Ο πατέρας του πέθανε τελικά και ούτε πρόλαβε να του πει αντίο. Νοσηλεύοταν σε ένα νοσοκομείο στη Νέα Υόρκη. Πέθανε εκεί, 1η του Ιούνη αξημέρωτα. Κανέναν δεν χαιρέτησε. Ούτε αυτόν, ούτε τις αδερφές του. Ίσως μονάχα τη γυναίκα του, που από τις ιστορίες έμαθε πως πριν πάει για ύπνο ο πατέρας του, την πήρε τηλέφωνο και της είπε να προσέχει τον εαυτό της, τα παιδιά και το καινούριο τους αυτοκίνητο. Και μετά έτσι απλά πέθανε στον ύπνο του. Κι ο Πάρης χαιρέτησε μια και καλή την πίστη, το θεό, το Χριστό και όλα τα συμπαρομαρτούντα.

Είχε αποφασίσει για ακόμα μία χρονιά να μην δώσει σημασία στο Πάσχα. Κάθε χρόνο το Πάσχα τον αγνοούσε εξίσου. Το μόνο που χαιρόταν από αυτή τη γιορτή ήταν οι διακοπές, η λίγη ξεκούραση και οι αδερφές του που την Κυριακή του Πάσχα τις χόρταινε με την ψυχή του στο οικογενειακό τραπέζι μαζί με τα αφηνιασμένα μικρά τους που τα΄νοιωθε πιο πολύ σαν αδερφάκια παρά σαν ανήψια.

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ξύπνησε νωρίς. Ήταν εννιά το πρωί όταν άνοιξε τα μάτια του. Προσπάθησε να μείνει παραπάνω στο κρεβάτι μιας και είχε αργήσει τόσο πολύ να κοιμηθεί μα δεν τα κατάφερε. Σηκώθηκε προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του πως ήταν ένα κανονικό Σάββατο σαν όλα τα άλλα, μα η αμείλικτη ησυχία της γειτονιάς του θύμιζε πως ήταν Πάσχα. Η μπάσα φωνή της κυρίας Κοραλλίας από το απέναντι μπαλκόνι έσπαγε για λίγο την κατανυκτική ατμοσφαιρα της γειτονιάς μιλώντας στο τηλέφωνο για την περιφορά του επιταφείου το προηγούμενο βράδυ.

Είχε αποφασίσει να μην κάνει τίποτα το βράδυ. Η Ανάσταση ήταν κάτι σαν πρωτοχρονιά για την Άνοιξη. Όλοι οι χριστιανοί πήγαιναν εκκλησία, γυρνούσαν σπίτι, έτρωγαν μαγειρίτσα, (ένα φαγητό φτιαγμένο με σοφία για να βοηθήσει τα στομάχια των νηστευόντων χριστιανών να μην ταραχτούν από την κτηνωδία που θα ακολουθούσε την Κυριακή του Πάσχα) κι έπειτα έβγαιναν και μεθούσαν για να γιορτάσουν το Χριστό που ξύπνησε από το θάνατο σαν να ήταν μεσημεριανός υπνάκος. Όχι, ευχαριστώ δεν θα πάρω, είπε στον εαυτό του και αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό εκείνο το Μεγάλο Σάββατο.

Βγήκε έξω, πήγε στο χρωματοπωλείο κι αγόρασε 3 κιλά μπογιά πράσινο, λαχανί χρώμα για να βάψει το τραπέζι του σαλονιού που είχε βαρεθεί να το βλέπει. Δεν χρειαζόταν τόση μπογιά, μα εκείνος, σε αντίθεση με τον πατέρα του που ήταν μηχανικός και πάσης φύσεως τεχνίτης, ήταν άσχετος με αυτά. Καλύτερα ασφαλής, παρά μετανοιωμένος είπε στον εαυτό του την ώρα που επεξεργαζόταν τα πινέλα, τις σκάφες και τα γυαλόχαρτα που του είχε φορτώσει ο πωλητής. Έβγαλε από την τσέπη του το χαρτάκι που του είχαν δώσει από το μαγαζί κι άρχισε να το μελετάει. Πρώτα, θα τρίψεις το τραπέζι με το γυαλόχαρτο μέχρι να φύγουν οι γυαλάδες. Μετά θα το καθαρίσεις από τις σκόνες. Έπειτα θα αραιώσεις τη μπογιά με ένα δέκατο νερό, θα τ’ανακατέψεις καλά και θα αρχίσεις το βάψιμο. Στα δύσκολα σημεία να χρησιμοποιήσεις το πινέλο ενώ στις επιφάνεις τις μεγάλες θα έχεις το ρολάκι. Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε σαν να άκουγε το μαγαζάτορα που του’δινε συμβουλές.

Είχε μεσημεριάσει πια όταν ξεκίνησε. Είχε μάθει απ’ έξω τα λόγια από το χαρτί κι έτσι το πέταξε στα σκουπίδια. Άρχισε να τρίβει το τραπέζι, ευγενικά, σαν να χτένιζε το σκύλο του και σκεφτόταν πως άμα ζούσε ο πατέρας του κι η μάνα του μάλλον δεν θα’μενε σε τούτο δω το σπίτι και δεν θα χρειαζόταν να βάψει το τραπέζι. Άλλωστε δεν θα τον άφηνε η μάνα του. Την άκουσε από την κουζίνα να φωνάζει, Τι κάνεις βρε παλαβιάρη; Άστο ήσυχο το τραπέζι! Δεν έδωσε σημασία στη φωνή της παρόλο που σπάνια τον επισκέφτονταν πια. Συνέχισε να τρίβει απαλά, να παρατηρεί το ξύλο, το καθαρό του χρώμα όπως εμφανίζοταν κάτω από το αρχαίο λούστρο. Η φωνή του πατέρα του δεν ήταν πουθενά. Ποτέ δεν ήταν βέβαια. Απόρησε με τον εαυτό του που είχε τέτοιες απαιτήσεις από τον αρχαίο νεκρό. Η μάνα του δεν είχε καιρό που πέθανε, λογικό ήταν.

Άρχισε να τρίβει το τραπέζι με δύναμη.  Το σπίτι είχε γεμίσει σκόνες και η φωνή της μάνας του πάλι ερχόταν να τον διακόψει, Πως τα’χεις κάνει έτσι βρε αγόρι μου, ποιος θα τα καθαρίσει όλ’ αυτά; Μα τι σ’ έπιασε μέρα που’ναι; Την αγνόησε πάλι. Όλα αυτά τα χρόνια που έφυγαν οι αδερφές του και  αφού πέθανε κι η μάνα του, τα κάνει όλα αυτός μέσα στο σπίτι. Τι θέλει τώρα και του μιλά για τις δουλειές; Αφού όλα τα έχει αποδείξει, είναι ένας νέος άξιος, νοικοκυρεμένος που δεν αφήνει ούτε πιάτο άπλυτο.

Ο Πάρης τελείωσε με το τρίψιμο του τραπεζιού το απόγευμα. Είχε κουραστεί. Έπεσε στον γεμάτο με σκόνες καναπέ και αποκοιμήθηκε. Στον ύπνο του είδε τον πατέρα του με το σώβρακο και το ψαροτούφεκο στο χέρι να πέφτει στη θάλασσα , πίσω απ΄το λιμάνι στον Άγιο Κήρυκο στην Ικαρία, χωρίς να τον χαιρετά κι έπειτα είδε τη μάνα του στην ίδια θάλασσα με κίτρινο φόρεμα να αφήνει λουλούδια στην παραλία και να φεύγει μετά με το καινούριο αυτοκίνητο που είχε πια σαπίσει.

Άνοιξε τα μάτια του όταν είχε πια νυχτώσει. Το ρολόι έδειχνε δέκα. Το τηλέφωνο χτυπούσε. Ήταν η μεγάλη του αδερφή που του’λεγε να πάει να κάνει Ανάσταση μαζί τους. Είπε πως βαριόταν και δεν ήθελε ν’ αντικρύσει ψυχή και έκλεισε το τηλέφωνο δίνοντας υπόσχεση πως θα τους κουβαλιόταν την επομένη. Άρχισε να ετοιμάζει τη μπογιά. Δεν θα το άφηνε. Θα το τελείωνε εκείνη τη νύχτα.

Ανάσταση νεκρών και μαλακίες είπε στον εαυτό του και περίμενε τη μάνα του να πει κάτι απ’την κουζίνα, μα αυτή τίποτα, σιωπή. Έβαλε μουσική, απ’ το Ρεμπέτικο του Ξαρχάκου και είπε να μπει για καλά στο ρόλο των γονιών του. Άνοιξε και μια μπύρα και άρχισε. Το σπίτι άρχισε να τρίζει, να του μιλά. Τα κανάλια από το κλιματιστικό έβγαζαν μια περίεργη παιδική μυρωδιά κι εκείνος έπινε τη μπύρα χωρίς να δίνει σημασία Είμαι μεγάλος, είμαι πατέρας, είμαι μάνα και θα το φτιάξω αυτό το αναθεματισμένο το τραπέζι απόψε πριν κοιμηθώ! είπε φωνάζοντας στο κλιματιστικό και συνέχιζε να πίνει και να βάφει.  Οι σωλήνες του μπάνιου άρχισαν να κλαίνε μαζί με τον αμανέ από το «μανα μου ελλάς» κι εκείνος τραγουδούσε μαζί, για όλα εκείνα που ποτέ δεν θα μάθαινε, δεν θα καταλάβαινε και δεν θα ένοιωθε, μα που τα’χε κάνει δίχως λόγο δικά του, πόνους και βάσανα που δεν του άνηκαν μα τα’χε υιοθετήσει.

Κόντευε να τελειώσει το πρώτο χέρι του τραπεζιού. Ο χώρος γύρω χάλια. Σκόνες και μπογιές παντού. Τα άδεια κουτάκια από τις μπύρες χόρευαν στο πάτωμα με τη βοήθεια του αέρα που έμπαινε ευγενικά και απαλά από τα παράθυρα. «Της πίκρας τα ξερόνησα» έπαιζαν σε επανάληψη κι εκείνος τραγουδούσε με τη φάλτσα φωνή του γεμάτη παράπονο και κλάμα. Κι έβαφε. Κι έβαφε. Κι όταν πια το πρώτο χέρι είχε τελειώσει όπως όπως, σηκώθηκε όρθιος και λίγο ζαλισμένος πήγε προς την κουζίνα. Ο πατέρας του ήταν εκεί, όρθιος και ζωντανός όπως τον θυμόταν, με τα σγουρά μαύρα μαλλιά του και τα μεγάλα καστανά του μάτια. Ο Πάρης έμεινε αποσβολωμένος να κοιτά.

Μα…μα.. εσύ; Εσύ είσαι νεκρός. Πάνε 20 χρόνια, είπε ο Πάρης.

Ο πατέρας του τον κοίταξε. Μεγάλωσες, του είπε. Μένεις μόνος, έχεις τη ζωή σου, είσαι ανεξάρτητος. Μπράβο γιε μου. Μπράβο και για το τραπέζι. Ωραίο το έκανες. Χρειαζόταν λίγο χρώμα εδώ μέσα. Τόσα χρόνια πέρασαν και μια αλλαγή δεν είδα. Μπράβο.

Ο Πάρης κοιτούσε τον πατέρα του. Έτρεμε σύγκορμος. Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει. Αγκαλιάστηκαν σαν δυο καλοί φίλοι που είχαν χρόνια να ειδωθούν. Άρχισε να του λέει πως δεν πρόλαβε να τον χαιρετήσει, άρχισε να του λέει πως του λείπει, άρχισε να του λέει πόσο σιχαινόταν τις γιορτές που ήταν πια ορφανός από μάνα και πατέρα.

Και μετά ο Πάρης λιποθύμησε.

Κυριακή του Πάσχα ξύπνησε στο κρεβάτι του. Σηκώθηκε πάνω και πήγε να πλύνει το πρόσωπό του ταραγμένος. Έπειτα πήγε στο σαλόνι να δει το χαμό από σκόνες και μπογιές προσπαθώντας να θυμηθεί το προηγούμενο βράδυ, τον πατέρα του, την κουβέντα τους. Το σαλόνι ήταν φτιαγμένο. Μπογιές και σκάφες και πινέλα ήταν όλα πλυμένα και στη θέση τους. Το τραπέζι είχε βαφτεί και τα δυο χέρια και ήταν τέλειο. Οι μπύρες ήταν στα σκουπίδια και η καρδιά του σε άλλο τόπο. Έσκυψε το κεφάλι και είπε ένα σιγανό «ευχαριστώ». Μάζεψε τα πράγματά του και πήγε στις αδερφές του, να παίξει με τα ανήψια του. Ήταν άλλωστε Κυριακή του Πάσχα. Δεν είχει επιθυμία να κάνει οτιδήποτε άλλο.

Advertisements