Το αγόρι που μισούσε τα καλοκαίρια

Ο Δημήτρης ήταν υιοθετημένος. Μία παγωμένη νύχτα του Νοέμβρη το 1985, τον βρήκαν σε ένα καλαθάκι μπροστά στο γενικό νοσοκομείο της Πάτρας. Δεν έκλαιγε, παρόλο το κρύο. Κοιμόταν βαθιά.

Ο Δημήτρης προτιμούσε τους χειμώνες. Όσο πιο κρύος ο χειμώνας, τόσο το καλύτερο. Χρειαζόταν κρύο για να κοιμηθεί τα βράδια, αλλιώς στριφογυρνούσε όλη τη νύχτα στο κρεβάτι του. Υπήρχαν φορές που οι θετοί γονείς του άνοιγαν τα καλοριφέρ παρόλα τα παρακάλια του για το αντίθετο, και έτσι δεν κοιμόταν όλη τη νύχτα. Πήγαινε στο σχολείο σαν ζόμπι και όταν τον ρωτούσαν δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Τα καλοκαίρια ήταν δύσκολα. Το σπίτι του ήταν από τα πρώτα που έβαλαν κλιματιστικό στη γειτονιά του. Το άνοιγε και ξάπλωνε γυμνός στο κρεβάτι. Γι’ αυτό η μαμά του δεν έμπαινε ποτέ απρόσκλητη στο δωμάτιο. Ήταν ο μόνος που προτιμούσε «το βουνό και όχι τη θάλασσα». Μέχρι τα 17 που πήγαιναν όλοι μαζί διακοπές, είχαν γυρίσει όλα τα βουνά της Ελλάδας.

Ο Δημήτρης προσπαθούσε να μην γίνεται βάρος. Γι’ αυτό δεν έκανε φίλους. Δεν είχε ποτέ κοπέλα. Ποια κοπέλα άλλωστε θα πήγαινε διακοπές στο βουνό; Ποια κοπέλα θα θυσίαζε το μαύρισμά της για τον δικό του ύπνο;

Όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο στην Αθήνα ένοιωσε μία μεγάλη ανακούφιση. Θα του έλειπαν οι γονείς του αφόρητα, αλλά τουλάχιστον θα κατάφερνε να κοιμηθεί κανονικά έναν ολόκληρο χειμώνα. Έκανε και μερικές παρέες στην Αθήνα. Όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν άναβε ποτέ καλοριφέρ, έλεγε πως δεν είχε χρήματα για πετρέλαιο. Ήταν καλή δικαιολογία.

Έμενε στους Αμπελόκηπους, στον 5ο όροφο μιας πολυκατοικίας πάνω στη Μεσογείων.

Ο πρώτος χειμώνας πέρασε. Ήρθε η άνοιξη και ήταν σχετικά υποφερτή. Είχε άγχος για το καλοκαίρι στην Αθήνα. Δεν ήξερε πως είναι. Δεν ήξερε τι θα αντιμετώπιζε. Το κλιματιστικό δεν τον πρόδωσε. Ήταν καλό, καινούριο, δούλευε καλά. Κατάφερε να κοιμηθεί το πρώτο καλοκαίρι.

Τα χρόνια πέρασαν. Η σχολή τελείωσε. Σπούδασε μαθηματικά. Δεν τρελαινόταν. Του άρεσε όμως η στατιστική. Αποφάσισε να μην γυρίσει στην Πάτρα.

Η κατάσταση κάθε χρόνο χειροτέρευε. Όλο και περισσότερο ζεσταινόταν. Όλο και περισσότερο δυσκολευόταν να κοιμηθεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Όλο τον Ιούλιο του 2007 έπαιρνε τηλέφωνο τους τεχνικούς κάθε βδομάδα να έρθουν να φτιάξουν το κλιματιστικό. Στο τέλος του μήνα μία κυρία από το τηλεφωνικό κέντρο του έβαλε τις φωνές. «Δεν σε αντέχω άλλο! Μια χαρά είναι το κλιματιστικό σου!» του είπε και του έκλεισε το τηλέφωνο απότομα. Έβαλε τα κλάματα. Ήταν τόσο κουρασμένος, τόσο άυπνος. Δεν άντεχε.

Τον Αύγουστο του 2007 έκανε εγκατάσταση ενός ακόμα κλιματιστικού στο υπνοδωμάτιό του. Το ζήτημα βελτιώθηκε μέχρι να έρθει ο χειμώνας και πάλι.

Τον Οκτώβρη του 2007 άρχισε να μαζεύει χρήματα. Θα πήγαινε κάπου που να κάνει κρύο και το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι του 2008 έφυγε για το «Δαχτυλίδι Θανάτου του Στάλιν», την πιο κρύα πόλη του κόσμου που βρίσκεται στην καρδιά της Σιβηρίας. Οι 500 κάτοικοι τον κοιτούσαν περίεργα. Τον φιλοξένησαν όμως. Μετά από λίγο καιρό άρχισαν να του χαμογελούν, να προσπαθούν να του μιλήσουν. Ήταν το καλύτερο καλοκαίρι στη ζωή του. Κοιμήθηκε με την ψυχή του.

Όταν ήρθε ο χειμώνας στην Ελλάδα γύρισε πάλι. Έκανε τους υπολογισμούς για να δει αν θα μπορούσε και πάλι να επισκεφτεί τη Σιβηρία το επόμενο καλοκαίρι. Δεν θα μπορούσε.

Το καλοκαίρι του 2009 έβαλε και τρίτο κλιματιστικό στον ίδιο χώρο. Του φάνηκε πως δεν έκανε καμία διαφορά.

Στις  6 του Αυγούστου, Πέμπτη, στις 4 τα χαράματα ο Δημήτρης άυπνος, βγήκε στο μπαλκόνι του. Η Μεσογείων από κάτω ήταν άδεια. Χωρίς πολλή σκέψη, σκαρφάλωσε το κάγκελο του μπαλκονιού και πήδηξε. Ο Δημήτρης άρχισε να ανεβαίνει προς τα πάνω σαν μπαλόνι γεμάτο ήλιο.

Τρομοκρατήθηκε. Ήθελε να κατέβει. Ήθελε να πέσει, μα ήταν αδύνατο.

Ανέβαινε όλο και ψηλότερα. Τα φώτα της Αθήνας ήταν εντυπωσιακά.  Τα αυτοκίνητα στους άδειους δρόμους έτρεχαν σαν τρελά. Ανέβαινε ψηλότερα. Άρχισε να βλέπει τη θάλασσα. Ανέβαινε κι άλλο, δεν ξεχώριζε τίποτα πια, παρά μόνο τα φώτα. Του άρεσαν.

Ζύγισε την κατάσταση. Αν ήταν να έπεφτε θα έπεφτε, αν πάλι όχι, απλά θα περίμενε να δει τι θα γίνει.

Όσο ανέβαινε, τόσο δρόσιζε. Τα φώτα του ζάλιζαν τα μάτια. Τον πήρε ο ύπνος. Δεν προσπάθησε, δεν στριφογύρισε, απλά κοιμήθηκε στον αέρα. Πέρασε στην τροπόσφαιρα και μετά στην στρατόσφαιρα. Στον ύπνο του έβλεπε το Δαχτυλίδι Θανάτου κι εκείνο το συμπαθητικό κορίτσι που μέσα σε ένα ολόκληρο καλοκαίρι κατάφερε να της πει μονάχα ένα γεια.

Κι έτσι ο Δημήτρης κοιμήθηκε και χάθηκε για πάντα. Δεν έπεσε ποτέ. Μπορεί να μπήκε σε τροχιά. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε. Image

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s