Θέλεις να φύγουμε μαζί;

Λέξη της ημέρας: Άρνηση

Σήμερα το πρωί πέρασα από το καινούριο υποκατάστημα της τράπεζας για το δάνειό μου. Έκλεισε αυτό που ήταν κοντά στη δουλειά μου και με βόλευε, κι έτσι αναγκάστηκα στην ουσία να πάω σε άλλη περιοχή.  Εντάξει, όχι πολύ μακριά, αλλά πήρα αμάξι. Ευτυχώς είχε πάρκινγκ για τους πελάτες. Μπήκα μέσα, με το γνωστό παχυλό φάκελο στο χέρι και περίμενα αγχωμένος στην ουρά. Πάντα είμαι αγχωμένος όταν πληρώνω τη δόση του δανείου. Φοβάμαι ότι θα γίνει ληστεία και άντε μετά να ξαναβρίσκω τα λεφτά. Πλησιάζοντας προς τα ταμεία παρατηρούσα τους υπάλληλους. Ένας αδύνατος τυπάκος με γυαλιά, αρκετά μαυρισμένος για την εποχή, μία κυρία γύρω στα εξήντα κάπως γεμάτη, με κατάξανθο μαλλί και κατάμαυρο φρύδι και μία κοπέλα κοντά στην ηλικία μου, γύρω στα τριανταπέντε δηλαδή. Δεν ξέρω βέβαια, οι γυναίκες φροντίζουν τόσο πολύ τον εαυτό τους που θα μπορούσε να είναι και μεγαλύτερη. Περιμένοντας ευχόμουν να τα φέρουν έτσι οι πιθανότητες και να πάω στο ταμείο της κοπέλας. Δεν είχε κάτι ιδιαίτερο νομίζω. Καστανά μαλλιά, λίγο βαμμένη, μαλακά χαρακτηριστικά και ένα ωραίο ζευγάρι γυαλιά. Ούτε βαθύ ντεκολτέ, ούτε σαρκώδη χείλη όπως έχουν οι γυναίκες που συνήθως με ελκύουν και συνήθως μου ρίχνουν χυλόπιτα. Είχα φτάσει πολύ κοντά πια. Ήμουν σίγουρος ότι θα πήγαινα στο ταμείου του κυρίου με το μαύρισμα μέχρι που το κινητό του μπροστινού μου, σαν από μηχανής θεός χτύπησε, κι αυτός βγήκε έξω να μιλήσει, παραχωρώντας μου τη σειρά του. Μάλλον θα ήταν κάτι πολύ σημαντικό. Η σειρά μου είχε έρθει. Πλησίασα το ταμείο και την κοίταξα στα μάτια. «Ε, για τη δόση του δανείου μου» της είπα χαμηλόφωνα. Εκείνη με κοίταξε και μου είπε «Θέλεις να φύγουμε μαζί;». Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και τσίμπησα το μπούτι μου μέσα από την τσέπη μου. «Ορίστε;» της είπα. «Λέω, ποιο είναι το ποσό κύριε;» απάντησε εκείνη.  «Α ναι, βεβαίως, φυσικά, είναι 600 ευρώ» της είπα και τσιμπήθηκα ξανά, τόσο δυνατά που πόνεσα στ’ αλήθεια. Πρέπει να έχω κάνει και μία μελανιά. Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε και έτσι έφυγα από την τράπεζα. Ούτε καν πως την λένε δεν ρώτησα. Θα μου πεις γιατί να τη ρωτήσω; Ποιος άνθρωπος με τα σωστά του έτσι απλά ρωτάει την υπάλληλο στην τράπεζα πως τη λένε;

Γύρισα σπίτι το απόγευμα και το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να σκέφτομαι το περιστατικό και το πως έφυγα χωρίς καν να ρωτήσω. Η άρνησή μου με αηδιάζει ώρες ώρες. Δηλαδή γιατί δε ρώτησα; Τι θα μου κόστιζε; Και τι θα κόστιζε σε εκείνη να μου πει το όνομά της; Σιγά, μπορεί να το είχε και σε κάνα ταμπελάκι κάπου κοντά της και απλά εγώ να μην το παρατήρησα. Κι εγώ πάλι έφυγα. Γιατί έφυγα; Γιατί ήθελα να αποφύγω την ντροπή, την ταπείνωση. Ποια ταπείνωση ρε ηλίθιε; Σιγά δηλαδή! Τι θα έκανε; Θα έβγαζε το τακούνι της να σε χτυπήσει; Αν είναι δυνατόν. Και το άλλο; Αυτό που άκουσα; Ακούω και πράγματα τώρα; Σκέφτομαι σοβαρά να πάω σε ψυχολόγο. Βέβαια εντάξει, είναι και το «χάιπ» της εποχής, αλλά αλήθεια, κουράστηκα να φεύγω για να αποφεύγω. Ο Πάνος ο φίλος μου θα έλεγε βεβαίως ότι είμαι απλά μαλάκας χωρίς θάρρος και θα είχε και δίκιο, αλλά οι ψυχολόγοι, τι να κάνουν; Κλέφτες να γίνουν; Θέλω μονάχα να λύσω ένα πράγμα. Άραγε φεύγω επειδή φοβάμαι την αποτυχία ή φεύγω επειδή φοβάμαι συνολικά την προσπάθεια; Όταν με είχαν στείλει στον Καναδά για σπουδές, στον ένα χρόνο πάνω πήρα τον πατέρα μου και του είπα ότι δεν την παλεύω, ότι έχει πολύ κρύο ο Καναδάς για μένα. Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί δεν είχα πολλά λεφτά να κινούμαι, δεν είχα φίλους και φοβόμουν να κάνω και γιατί ήμουν ένα κακομαθημένο. Κι έτσι τι έκανα; Έφυγα. Έφυγα ο μαλάκας, αντί να κάτσω εκεί και να γίνω προγραμματιστής όπως έπρεπε και να χέζομαι στο τάληρο. Φάτα τώρα που θα έλεγε κι ο φίλος μου ο Πάνος.  Και τότε με τη Μαρία, τη σχέση μου για πέντε χρόνια, που μου είπε ότι θα’θελε κάποτε οικογένεια κι εγώ σαν σωστός μαμάκιας κολλημένος στο βυζί της μάνας μου, τη χώρισα την επόμενη μέρα. Είσαι χέστης που θα έλεγε κι ο Πάνος. Τέλος πάντων. Δεν ξέρω. Θέλω να ξαναδώ το κορίτσι της τράπεζας.

 Λέξη της ημέρας: Διωγμός

Με πήρε ο Πάνος σήμερα το πρωί στο γραφείο. Με πήρε πολύ νωρίς παρόλο που δεν τα συνηθίζει κάτι τέτοια. Αφενός δηλαδή δεν συνηθίζει τα τηλέφωνα, αφετέρου δεν συνηθίζει να ξυπνάει και νωρίς. Είναι και η δουλειά του τέτοια, που ευνοεί στο να κοιμάται όλο το πρωί το κοπρόσκυλο. Με πήρε να μου πει για την αδερφή του. Απολύθηκε λέει. Ήθελα να του πω, έλα σιγά το νέο, οι μισοί μας φίλοι έχουν απολυθεί, αλλά με πρόλαβε. Το πρόβλημα λέει δεν ήταν ότι απολύθηκε, αλλά ότι σκέφτεται να φύγει. Ο Πάνος έχει έρωτα με την αδερφή του. Όχι τον κακό, το παθολογικό που λέμε, απλά την αγαπάει πολύ, της έχει τρομερή αδυναμία. Κάθε φορά που τη βλέπω μου διηγείται πως ενώ μόλις γεννήθηκε εκείνη, ο Πάνος είχε θυμώσει γιατί περίμενε αδερφό και όχι αδερφή, όμως τελικά μόλις την είδε είπε ότι είναι το πιο όμορφο πλάσμα του κόσμου. Και πως της έμαθε τι είναι η σέντρα ενώ δεν είχε κλείσει καν τα πέντε και πως έβγαιναν μαζί και πως το ένα και πως το άλλο. Πάντα χαμογελάω συγκαταβατικά φυσικά ως μοναχοπαίδι. Η Πέμυ λοιπόν, έτσι λένε την αδερφή του, σκέφτεται να φύγει μαζί με τον άντρα της, επίσης άνεργο και το παιδί τους που είναι μόλις δύο χρονών και ο Πάνος έχει φρικάρει τουλάχιστον. Δεν ήξερα τι να του πω. Τι να του έλεγα; Αφού το ξέρω, αυτή η κατάσταση πια δεν είναι επιλογή. Διωγμός είναι. Κάθεσαι, βγάζεις τα μάτια σου από το διάβασμα, σπουδάζεις, κάνεις μεταπτυχιακά (και δεν μιλώ για μένα, εγώ είμαι ένα κωλόφαρδο ρεμάλι που από τύχη δεν έχω απολυθεί), βρίσκεις δουλειά κάνεις σχέδια και μετά, μπραφ, όλα καταρρέουν. Τι να του πω; Να κατηγορήσει το κράτος; Να δείξει ψυχραιμία; Να τον ρωτήσω που θα πάει η αδερφή του μπας και πηγαίνουμε για επίσκεψη; Αλήθεια, ένοιωσα πολύ άχρηστος εκείνη την ώρα στο τηλέφωνο.

Έτσι είναι όμως. Η Ελλάδα έχει πολύ ωραίο ήλιο, πολύ ωραία μπαρ, πολύ ωραίες θάλασσες, πολύ ωραίο ουρανό, αλλά πλέον είναι για λίγους. Κι έτσι έμαθα ότι η Πέμυ σκέφτεται με τα του συζύγου να φύγουν για πιο ψυχρά κλίματα και για τόπους που τα πτυχία τους θα μετράνε πιο πολύ. Έχουν κι ένα παιδί να μεγαλώσουν. Με τι θα το μεγαλώσουν; Με ήλιο και θάλασσα; Όχι, δεν μεγαλώνουν τα παιδιά έτσι δυστυχώς. Δεν χαίρομαι, αλλά δεν λυπάμαι κιόλας. Ξέρω η Πέμη δεν θέλει να φύγει, αλλά δεν είναι ότι έχει κι επιλογή. Εκτός δηλαδή από τις παλαβές επιλογές που σκέφτεται ο αδερφός της,  όπως ας πούμε να μετακομίσουν όλοι μαζί πίσω στο πατρικό τους για λίγο καιρό και να έχουν μειωμένα έξοδα. Όχι, δεν νομίζω ότι η Πέμυ θα ήθελε κάτι τέτοιο. Το ζήτημα δεν είναι άλλωστε που θα μείνουν, το ζήτημα είναι να βρουν δουλειές, να έχουνε να φάνε.

Κάπως θα πρέπει να συνεφέρω τον Πάνο. Θα του πω να πάμε για ποτό το βράδυ. Θα μου πει τα δικά του και ίσως αν μεθύσει αρκετά να του πω κι εγώ για το κορίτσι από την τράπεζα χωρίς να με πει μαλάκα πάλι.

 

Λέξη της ημέρας: Αλληλούια!

Η ζωή έχει αρχίσει να γίνεται πολύ παράξενη. Σήμερα το πρωί το αφεντικό μου μπήκε στο γραφείο μου και με καλημέρισε. Δεν το συνηθίζει. Μετά με ρώτησε τι καφέ πίνω, βγήκε έξω και γύρισε με καφέ και τυρόπιτα στο χέρι. Κερνάω, μου είπε και έκατσε. Ούτε αυτό το συνηθίζει. Το αφεντικό μου είναι λίγο πιο μεγάλος από μένα. Υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαμε να είμαστε και φίλοι, αλλά κανένας από τους δύο δεν έχει δείξει κάποιο τέτοιο ενδιαφέρον. Μάλλον κι οι δυο σκεφτόμαστε ότι η σχέση υπαλλήλου-αφεντικού δεν έχει εύκολες ισορροπίες. Ξεκινήσαμε να τρώμε τις τυρόπιτες κοιτώντας ο ένας τον άλλο με αμηχανία και μόλις τελειώσαμε ήπιε μια γουλιά νερό και έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρα. Αυτό με σόκαρε αρκετά, μιας και δεν καπνίζουμε στο γραφείο, μα πιο πολύ με σόκαρε αυτό που μου είπε στη συνέχεια. «Γιάννη, παραιτούμαι». Το να έρχεται το αφεντικό (και εννοώ πραγματικό αφεντικό, ιδιοκτήτης ρε παιδί μου) και να σου λέει ότι παραιτείται, σε σένα, έναν υπάλληλο της δεκάρας, δεν το λες και καθημερινότητα. Βασικά σκεφτόμουν να τον ρωτήσω αν παίρνει ναρκωτικά ή κάτι τέτοιο, αλλά προτίμησα να φανώ ευγενικός και να τον ρωτήσω απλά γιατί παραιτείται. Φυσικά η απάντηση σε αυτό το «γιατί», δεν προβλεπόταν μικρή.  Στο περίπου η κατάσταση του αφεντικού μου είχε ως εξής: μια ζωή έκανε ό,τι του ζητούσε ο πατέρας του, σπούδασε τα απαραίτητα κατά τον πατέρα του οικονομικά για να μπορέσει να διαχειριστεί την οικογενειακή επιχείρηση, τα καλοκαίρια δεν έκανε διακοπές γιατί τον έφερναν με το στανιό να μαθαίνει τη δουλειά, την κοπέλα του από το πανεπιστήμιο στην Αγγλία παρόλο που θα ήθελε μέχρι και να την παντρευτεί τελικά την άφησε γιατί έπρεπε να γυρίσει στην Ελλάδα και τα λοιπά και τα λοιπά. Και έτσι λοιπόν το αφεντικό, χρόνια μόνος του, χωρίς οικογένεια, ούτε καν κοπέλα, καθόταν στο γραφείο μέχρι τη νύχτα γιατί πια δεν του είχε μείνει τίποτα άλλο που να ξέρει να κάνει. Και μάντεψε τι έγινε. Ο πατέρας του πέθανε χθες. Για όνομα του Θεού, πέθανε από καρδιά μέσα στη νύχτα! Δεν έχω δει άνθρωπο στη ζωή μου ολόκληρη πιο χαρούμενο με τέτοιο νέο. Στην πραγματικότητα έχω πολύ καιρό να δω κάποιον άνθρωπο γενικά τόσο χαρούμενο. Το αφεντικό μου λοιπόν παραιτήθηκε. Έχει αρκετά λεφτά έτσι ώστε να φύγει, να ταξιδέψει, να σπουδάσει μουσική που πάντα ήθελε και επίσης έχει αρκετά λεφτά και τόσο κέφι έτσι ώστε να κερνάει καφέ και τυρόπιτες.

Αυτό που δεν καταλαβαίνω βέβαια, είναι για ποιο λόγο επέλεξε να το πει σε μένα. Πενήντα άνθρωποι είμαστε στο γραφείο, με εξαίρεση το λογιστήριο που αυτούς δεν τους βάζω μέσα γιατί είναι ρομπότ, και αυτός διάλεξε εμένα. Φεύγοντας από το γραφείο μου με ευχαρίστησε και μου είπε να μην έχω καμία ανησυχία για τη θέση μου. Μου είπε επίσης αν θέλω να φύγω και νωρίτερα.

Όντως έφυγα νωρίτερα. Αποφάσισα να δω το περιστατικό σαν καρμική σφαλιάρα και είπα να πάω στην τράπεζα. Πήρα το αυτοκίνητο, σκυλόβρισα με την μεσημεριανή κίνηση που μου χάλαγε το κάρμα, έβρισα ακόμα λίγο και τελικά έφτασα. Η τράπεζα είχε κλείσει αλλά υπήρχαν ακόμα υπάλληλοι μέσα. Πάντα νόμιζα πως οι τραπεζικοί σχολάνε την ώρα που κλείνει το κατάστημα, αλλά τελικά έχουν κι άλλη δουλειά μετά. Κόλλησα τη μούρη μου στο τζάμι και έψαξα να τη βρω. Δεν την βρήκα. Περίμενα καμιά ώρα απ’ έξω μέχρι που βγήκε ο κύριος με το περίεργο μαύρισμα για την εποχή. Τον ρώτησα για εκείνη και μου είπε πως θα την βρω αύριο. Θα πάω από νωρίς να τη ρωτήσω αν θέλει να την περιμένω το μεσημέρι να φύγουμε μαζί. 

Advertisements

Η κόκκινη μπογιά του έρωτα

Image

Σήμερα το πρωί, μετά το πρωινό τον σκέφτηκα. Δεν τον σκέφτομαι κάθε μέρα, παρόλο που θα ήταν φυσιολογικό. Θυμήθηκα τα μεγάλα καστανά του μάτια και πως με κοιτούσε σαν κουτάβι κάθε φορά που ανακοίνωνε τις απάτες του. Πάντα εγώ ήμουν η καλύτερη βέβαια. Άλλη σαν κι εμένα καμιά. Εγώ ήμουν το λιμάνι κι εκείνος το καράβι. Κι οι απάτες του, η θάλασσα ολόκληρη.  Τις θυμήθηκα κι αυτές. Όμορφες, λάγνες, σκοτεινές και ποτέ μυστικές. Αγαπούσε τις απάτες του μόνο επειδή μπορούσε να μου τις λέει. Αλλιώς δεν είχαν νόημα κανένα.

Θυμήθηκα τη μυρωδιά του που ήταν ξένη και οικεία μαζί. Εκατό και είκοσι οι μήνες, εκατό και είκοσι οι μυρωδιές. Μια φορά έφυγε και μ’ άφησε για δυο μήνες ολόκληρους. Ήταν αυτοί οι μήνες λες και είχα χάσει την όσφρησή μου.

Είπαμε να χωρίσουμε μετά. Δεν τραβάει, μου έλεγε. Δεν σου αξίζω, μου έλεγε και έκλαιγε και πέφτανε τα δάκρυα του κρύα πάνω στον ακριβό καναπέ που μας είχε πάρει η μάνα του στο γάμο μας. Ωραίος γάμος. Ήταν η μόνη φορά που ήμουν σίγουρη πως δεν θα έφευγε στα κρυφά για να γυρίσει το πρωί φέρνοντάς μου λευκά λουλούδια. Χωρίσαμε τελικά. Έκλαψα μόνο εγώ στ’ αλήθεια.

Και ο καιρός πέρασε.

Η πόρτα χτύπησε. Ήταν Σάββατο πρωί. Ήταν αυτός που κρατούσε ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα. Τον αγκάλιασα, τον φίλησα ζεστά στα χείλη και του είπα να περιμένει στην πόρτα. Πήγα στο δωμάτιο και πήρα το όπλο που μου είχε δώσει ο πατέρας μου όταν μετακόμισα μακριά τους. Γύρισα στην πόρτα και τον πυροβόλησα στο μέτωπο. Όλες του οι απάτες και όλες του οι μυρωδιές σκόρπισαν στο καινούριο μου σπίτι. Μου είχαν λείψει. Τα λευκά τριαντάφυλλα βάφτηκαν κόκκινα. Και το είχα παράπονο μια φορά να μου φέρει κόκκινα λουλούδια. Πάλι εγώ φρόντισα για τον εαυτό μου.   

–          Το έχεις μετανιώσει;

–          Όχι. Το μόνο που έχω μετανιώσει είναι που με πιάσανε.

–          Ισόβια δηλαδή;

–          Ισόβια. Και τώρα σκεπάσου καλά. Στο κελί αυτό κάνει πολύ κρύο.

Λέξη της ημέρας: Ισοπέδωση

old fashion

Το Σάββατο πριν την πρωτοχρονιά έβρεχε. Βγήκα έξω και πήγα για μερικά χριστουγεννιάτικα ψώνια. Πήγα στο Ψυχικό, στο Φάρο. Κίνηση, χαμός. Στον ΑΒ η κόλαση. Πήρα τυρί από τα συσκευασμένα.Κακή μέρα να φορέσεις all star. Κώλος έγιναν κι αυτά. Κάποια στιγμή δεν είχε πια νόημα να αποφεύγω τα νερά, οπότε κι άρχισα απλά να τραγουδάω I’m singing in the rain κλπ. 

Ήθελα να πάω σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο που έχει κάπου στα στενά του Φάρου και ψάχνοντας να το βρω, πέρασα έξω από το Πλαίσιο. 
Το Πλαίσιο που λέτε, είχε στις βιτρίνες του μεγάλα αυτοκόλλητα από την Χριστουγεννιάτικη καμπάνια της εταιρείας. 
Το ένα αυτοκόλλητο είχε ένα ipad τυλιγμένο με μία κόκκινη κορδέλα και έγραφε “Γίνε ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου!”, ενώ το άλλο είχε κάποια παιχνιδομηχανή (psp? ps? δεν θυμάμαι), πάλι με κορδέλα και έγραφε “Γίνε η γυναίκα της ζωής του!”. 
Εντάξει, η καμπάνια has a point που λέμε και στο χωριό μου, και ναι, θα χαιρόταν πολύ ο γιος ή το αγόρι αν του παίρνανε ένα ipad ή ένα PS. 
Αλλά ΟΚ, με έπιασε μια σχετική μιζέρια.. 
Γιατί κοίτα να δεις, αν είναι να περιμένεις από αυτά να γίνεις “ο καλύτερος μπαμπάς” ή “η γυναίκα της ζωής του”, τότε άσ’το ρε παιδί μου. Δεν είναι για σένα αυτά. 
Το πιτσιρίκι χωνεύεται πιο εύκολα σε σχέση με το “ο καλύτερος μπαμπάς”… θυμάμαι κι εγώ όταν μου είχαν πάρει το game boy, τι χαρά είχα κάνει. 
Το “η γυναίκα της ζωής του” όμως, με μιζέριασε στ’ αλήθεια. Ξέρω υπερβάλω τώρα ΟΚ, απλά σκέφτομαι πως οι σχέσεις θέλουν τόση δουλειά, τόση προσπάθεια, τόσα μπρος-πίσω και τόσο αγώνα, που αυτό μου φάνηκε απλά φτηνό. Και τα δύο ρε παιδί μου, είναι σαν να εκβιάζεις συναισθήματα..Θα πάρω αυτό για να γίνω κάτι στη ζωή του γιου μου/του αγοριού μου;   Αηδία, λέμε, αηδία. 
Τέλος πάντων, όπως είπα, την καταλαβαίνω μια χαρά την καμπάνια και βγάζει νόημα και όλα μια χαρά. Απλά δεν ξέρω, εκτιμώ πολύ τις δικές μου σχέσεις με τους ανθρώπους έτσι ώστε να τις βάλω σε τέτοια μικρά κουτιά. 
Στη μαμά μου πήρα μία tassimo για να πίνει καμιά βλακεία από εκείνα που τις αρέσουν στο σπίτι στην Ικαρία και όχι μόνο ελληνικό. Ελπίζω να γίνω η “κόρη που πάντα ήθελε”. 
Κατάλαβες;