Η ιστορία μου (part I)

Τα πήγαινα πολύ καλά με τον Κωνσταντίνο. Δεν είχα παράπονο κανένα. Με πρόσεχε, με έπαιρνε παντού μαζί του, με προστάτευε από τους άλλους, και φυσικά με γέμιζε.

Όμως η μοίρα τα έφερε έτσι που τελικά έπρεπε να χωριστούμε. 
Ήταν μία ηλιόλουστη Τρίτη θυμάμαι και ο Κωνσταντίνος ετοιμαζόταν για ένα ταξίδι στο Βερολίνο. Είχε φτιάξει τα πράγματα του από νωρίς, τα είχε αφήσει όλα δίπλα στην πόρτα της εξόδου και περιμέναμε μαζί στο σαλόνι να περάσει η ώρα και να έρθει το ταξί για το αεροδρόμιο. Όταν ήρθε το ταξί, με πήρε και φύγαμε γρήγορα. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο, κάναμε τσεκ ιν και μετά χαζέψαμε και λίγο στα ντιούντι φρι. Μετά ο Κωνσταντίνος βαρέθηκε και είπε να πάμε να κάτσουμε στην αίθουσα και να περιμένουμε να αρχίσει η επιβίβαση. Φτάνοντας στον τελικό έλεγχο ο Κωνσταντίνος πέταξε και το μισογεμάτο μπουκαλάκι νερό που είχε στο χέρι και πλησίασε την κοπέλα με τη στολή. 
“Έχετε μαζί σας, υγρά, αιχμηρά αντικείμενα, αναπτήρες;” τον ρώτησε εκείνη. Εκείνος, που από πάντα ήταν ειλικρινής, είπε “Εε..μόνο έναν αναπτήρα έχω”. 
“Παρακαλώ ρίξτε τον στο κουτί” είπε εκείνη αυστηρά και τότε ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. 

Πέρασαν μερικά λεπτά αγωνίας μέχρι να καταλάβω που βρισκόμουν. Το κουτί που με πετάξανε ήταν γεμάτο με ένα σωρό άλλους αναπτήρες που τόσο βαναυσα είχαν αναγκαστεί να αποχωριστούν τους συντρόφους τους. Κάποιοι είχαν φρικάρει πολύ άσχημα σε κείνο το κουτί, φωνάζανε δεν μπορούσαν να ελέγξουν καθόλου τις αντιδράσεις τους. Φωνές ακούγονταν ασταμάτητα. “και τι θα απογίνουμε εμείς;” “που θα μας πάτε;” “έχω χάσει την οικογένειά μου, είναι ένας ροζ jazz και ένας καναρινί bic με κάτι σημάδια από κάτω από το άνοιγμα μπύρας! τους έχει δει κανείς; σας παρακαλώ!”. Υπήρχαν και άλλοι πιο ψύχραιμοι που μόλις τους είχαν αγοράσει και δεν είχαν προλάβει να χτίσουν κάποια σχέση ακόμα ή κάποιοι άλλοι που άλλαζαν συνεχώς χέρια γιατί, ας μην το κρύβουμε, υπάρχουν πολλοί κλέφτες αναπτήρων εκεί έξω. Η κατάσταση στο κουτί δεν ήταν καλή. Εγώ είχα αρχίσει να αγχώνομαι γιατί θυμήθηκα ένα από τα αδέρφια μου τα μικρά στο σπίτι του Κωνσταντίνου, που μόλις του τελείωσε η πέτρα πήγε στα σκουπίδια χωρίς δεύτερη σκέψη. Μήπως από αυτό το κουτί πηγαίναμε όλοι στα σκουπίδια; Φοβόμουν μήπως έχει έρθει η ώρα μου. Ξέρετε, η ώρα μου να πεθάνω εννοώ. Προσπαθούσα να κρατήσω την ηρεμία μου, μην τυχόν και πάθαινα και καμιά αυτανάφλεξη εκεί μέσα και χαιρετούσε όλο το κουτί τον Άγιο Πέτρο μετά. Και ξαφνικά, το κουτί άνοιξε, το φως όρμησε πάνω μας και ένα χέρι με τράβηξε μέσα από το σωρό. Οι φωνές από κάτω ήταν ανελέητες “γιατί αυτόν;” “αυτό είναι αδικία!” “πάρε κι εμενα σε παρακαλώ”. Είχα ήδη τύψεις που πήραν εμένα αν και ακόμα δεν είχα καταλάβει γιατί με είχαν διαλέξει. Μετά άρχισα να φρικάρω γιατί δεν είδα καν ποιος με πήρε. Σίγουρα δεν ήταν ο Κωνσταντίνος πάντως. Ήταν κοπέλα που με πήρε γιατί τα χέρια της ήταν πολύ απαλά και η τσέπη στην οποία μπήκα μύριζε ένα όμορφο άρωμα. ΟΚ, είπα στον εαυτό μου, δεν μπορεί να είναι χειρότερα απ’ ότι στο κουτί σκέφτηκα και αποκοιμήθηκα για λίγο. 

Μία συζήτηση με ξύπνησε κυριολεκτικά και μεταφορικά. “Ρε συ, κοίτα τι βρήκα, μαύρο αναπτήρα Hondos, εντάξει, πρέπει να είναι τουλάχιστον συλλεκτικός”
Έτσι κατάλαβα που λέτε, τι ήταν αυτό που με έβγαλε από το κουτί και με έβαλε στη μυρωδάτη υφασμάτινη τσέπη. Τη νέα μου φίλη την έλεγαν Νίνα και δούλευε (προφανώς) στο αεροδρόμιο. 
Η συζήτηση συνέχισε μεταξύ της Νίνας και της φίλης της, της Νίκης και φυσικά άρχισε να γίνεται ενδιαφέρουσα. 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s