συγνώμη μαντάμ, τα ντεσιμπέλ σας!

Όταν ήμουν δημοτικό για μία μικρή χρονική περίοδο, είχα φάει ένα κόλλημα και πήγαινα να διαβάσω μέσα στο wc. Το συγκεκριμένο wc, σπανίως το χρησιμοποιούσαμε, ήταν πολύ μικρό και όταν χωνόμουν εκεί μέσα υπήρχε περίπτωση να μην με καταλάβουν κιόλας. Έστρωνα λοιπόν κάτι στο πάτωμα, έβαζα ένα μαξιλάρι στην πλάτη και διάβαζα.

Μια φορά λοιπόν, όπως έλεγα την προπαίδεια φωναχτά (και προφανώς λάθος) ,ακούω από το φωταγωγό… «έξι εφτά σαράντα δύο!»

Ήταν η θεία μου, (ας είναι καλά όπου κι αν βρίσκεται), που με άκουγε από τον πρώτο όροφο μιας και ο φωταγωγός σε εκείνη έβγαινε στην κουζίνα της. Από τη μια μεριά έγινα ρεζίλι που τα έλεγα λάθος. Από την άλλη έμαθα και κάτι: Όταν φωνάζουμε, αυτοί που είναι γύρω μας, μας ακούν. Και πιθανά ενοχλούνται κιόλας.

Και γιατί αυτή η σκέψη…

Γιατί τώρα τελευταία (τα τελευταία δέκα χρόνια ας πούμε…), νοιώθω ότι είμαι μόνιμα δίπλα σε κάποιο φωταγωγό μιας τρελής πολυκατοικίας. Δύο παραδείγματα θα δώσω, που νομίζω ότι ο καθένας από εμάς μπορεί τα προσαρμόσει στη δική του καθημερινότητα.

Α. Περιμένεις στο φανάρι. Έρχεται μια κυρία δίπλα σου. Μιλάει στο κινητό, ωπ σόρι, ουρλιάζει στο κινητό σαν να μην υπάρχει αύριο. Μέσα σε 1 λεπτό που διαρκεί το πεζοφάναρο έχεις μάθει πόσα παιδιά έχει, τι πρόβλημα έχει με το γαμπρό της που δεν πλένεται και ότι η Μαρία της κυρά Σούλας είναι πάλι άνεργη.  

Β. Είναι Σάββατο. Έχεις σηκωθεί και γουστάρεις κιόλας γιατί έχει καλό καιρό. Φτιάχνεις ένα καφέ και αράζεις. Όχι στο μπαλκόνι. Μέσα. Στο σαλόνι ας πούμε. Το μόνο που έχεις κάνει λάθος είναι ότι άνοιξες τα παράθυρα. Γιατί μετά ακούς την υπέροχη γειτόνισσα (απέναντι και 2 ορόφους πιο πάνω από σένα) να βγάζει άναρθρες κραυγές, κάνοντας παρόλ’ αυτά ξεκάθαρο ότι μισεί τη ζωή της, δεν γουστάρει πια το σεξ με τον άντρα της και φυσικά θέλει να πετάξει το παιδί της κάτω από το παράθυρο.   

Βέρι ενοχλήτικ άι τελ γιου.

Και ξέρω, δεν υπάρχει καμία πρωτοτυπία στη σκέψη μου, απλά ήθελα να γκρινιάξω λίγο γιατί σήμερα κάποιος κλείδωσε την εξώπορτα και αναγκάστηκα να βγω από το παράθυρο για να πάω στη δουλειά και γιατί έχω ένα κατιτίς νεύρα.  

J

 

 

Advertisements

Εμείς και ο Αγούδημος (μία καλοκαιρινή ιστορία)

 

Το να ταξιδέψει κανείς στην Ικαρία, είναι σε γενικές μία πονεμένη ιστορία. Όχι τόσο γι’ αυτούς που πάνε για διακοπές που και που, όσο γι’ αυτούς που είναι από εκεί και είτε μένουν εκεί, είτε απλά πάνε πολύ συχνά για να επισκεφτούν τους δικούς τους. Σε γενικές γραμμές, τα δρομολόγια είναι λίγα και ακόμα και αν βρεις εισιτήριο την ημέρα που θέλεις ακριβώς, δεν είναι βέβαιο ότι θα πας και στο λιμάνι που θέλεις (πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να θέλεις να πας στον Εύδηλο για παράδειγμα, και να βρεις καράβι για Άγιο Κήρυκο. Αν σου συμβεί αυτό έχεις μία καλή ώρα οδήγησης – συνήθως μες τη νύχτα –  και αν μένεις και σε κάνα χωριό πιο έξω από τον Εύδηλο, τότε έχεις ένα range οδήγησης από 1 ώρα κ 10 λεπτά έως και ένα καλό 2 ½ωρο).

Το αεροπλάνο είναι γαμώ, γιατί κάνει 40 λεπτά, πριν προλάβεις να ανέβεις κατεβαίνεις, αλλά και πάλι, πρέπει να κλείσεις εισιτήριο κάνα δυο μήνες πριν. Επιπλέον, για όσους φοβούνται τα αεροπλάνα είναι μία δύσκολη εμπειρία καθώς τα αεροσκάφη που μπορούν να προσγειωθούν στον συγκεκριμένο αεροδιάδρομο είναι μικροσκοπικά και έχουν και έλικες. Είναι 40 θέσεων νομίζω…Και ενώ θεωρητικά όσο πιο μικρό το σκάφος, τόσο πιο ασφαλές είναι, νοιώθεις το ανάποδο ακριβώς όταν ταξιδεύεις. Πολύ φασαρία ρε παιδάκι μου, νομίζεις ότι θα διαλυθεί το αεροσκάφος στον αέρα… Ε, ρε τι κάνουμε για το νησί…

Σε αντίθεση με το υπέροχο 40λεπτο που κάνει το αεροπλάνο, το καράβι αυτές τις μέρες κάνει περίπου 8 ώρες με το “Nissos Mykonos”… Και γιατί λέω, «αυτές τις μέρες»;

…γιατί παλιότερα για να κατέβεις στο νησί έπρεπε να πάρεις κάποιο από τα διαμάντια της ελληνικής ναυσιπλοΐας, κάποιο δηλαδή από τα πλοία του Αγούδημου. ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ, ΝΤΑΛΙΑΝΑ, ΜΙΛΕΝΑ, ΜΑΡΙΝΑ, ΡΟΜΙΛΝΤΑ, ΡΟΔΑΝΘΗ, ήταν και τα φανταστικά ονόματα αυτών.. Και δεν μπορείς να πεις, είχαν τον αέρα μιας άλλης, πιο γλυκιάς και πιο ρομαντικής εποχής που ο χρόνος κυλούσε αργά κι εμείς περιμέναμε το ουίσκι να ωριμάσει πετώντας φελλούς στο λιμάνι του Πειραιά…  

Πρόσφατα λοιπόν, κάπου διάβασα ότι τα πλοία αυτά αποσύρθηκαν από το λιμάνι του Πειραιά και θέλω να ρωτήσω για ποιο λόγο αποσύρθηκαν. Γιατί; Εμάς τους Καριώτες (και φυσικά τους Παριανούς, τους Ναξιώτες, τους Σαμιώτες και λοιπούς νησιώτες) δεν μας ρωτάτε; Δεν μας πέφτει λόγος δηλαδή; 20 χρόνια δηλαδή εμείς που ζούσαμε ένα ολοκληρωμένο κομμάτι των διακοπών μας μέσα σ’ αυτά τα πλοία, δεν έχουμε δικαίωμα να πούμε κάτι γι’ αυτό το έγκλημα; Δεν θα έπρεπε να οργανωθεί κάποια εκδήλωση βρε αδερφέ γι’ αυτόν τον υπέροχο άντρα; (για τον Αγούδημο λέω, μην ξεχνιέσαι) Αυτός, που μας είχε όλους σαν παιδιά του και μας έμαθε πώς να γίνουμε δυνατοί μέσα στον σάπιο τούτο ντουνιά, δεν αξίζει ένα σωστό «αντίο»;

Λίγα είναι νομίζετε αυτά που μας έμαθε; Λίγη νομίζετε είναι η συνεισφορά του στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας;

Δεν άφηνε νομίζετε επίτηδες τις τουαλέτες πενταβρώμικες για να μας μάθει πώς να κατουράμε (γυναίκες, άντρες, παιδιά, γιαγιάδες με κινητικά προβλήματα, παπούδες με προστάτη κλπ) όρθιοι, στο ένα πόδι, χωρίς να κρατιόμαστε από πουθενά και όλα αυτά με 10 μποφόρ;

Δεν μας έμαθε πώς να πέφτουμε σωστά, χωρίς να χτυπάμε, όταν περπατάμε σε βρωμερό πάτωμα που έχει πέρα από το αλάτι της θάλασσας, νερά, μπύρες, φραπέ και στάχτη και όλα αυτά με 10 μποφόρ;

Δεν μας έμαθε πώς να γινόμαστε όλοι μια οικογένεια ταξιδεύοντας μέσα σε ένα σαλόνι που μυρίζει ποδαρίλα & καπνό; (όταν ακόμα επιτρεπόταν το κάπνισμα – μετά έγινε σκέτη ποδαρίλα) Που ο παππούς παραδίπλα ροχάλιζε και σου θύμιζε τον δικό σου παππού που τόσο αγαπούσες; Που τα πιτσιρίκια ουρλιάζανε ανέμελα ανάμεσα στα τραπέζια τόσο ευδιάθετα και καθόλου ενοχλητικά, τόσο πολύ, που μη σου πω ότι σου ξυπνούσαν και τα μητρικά/πατρικά ένστικτα; Που οι τηλεοράσεις δυνάμωναν και χαμήλωναν κατά βούληση (οποιουδήποτε τη βούληση); Που το κανάλι άλλαζε ενώ παρακολουθούσες κάτι θυμίζοντάς σου το δικό σου σαλόνι που τόσο παιδικά ξεμαλλιαζόσουν με τα αδέρφια σου στη μάχη με το τηλεκοντρόλ; Πως νομίζετε ότι γίναμε εμείς έτσι κοινωνικοί και αγαπημένοι; Ε;

Μπορούμε νομίζετε να ξεχάσουμε πως αυτός ο άνθρωπος, μας έμαθε να διαχειριζόμαστε και τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου μας; Μαθήματα κάθε καλοκαίρι κάναμε. Ζητούσαμε πχ φραπέ γλυκό γάλα και μας σέρβιραν σκέτο. Μετά από τόσα καλοκαίρια, μάθαμε να πίνουμε τον σκέτο και να νοιώθουμε τον γλυκό με γάλα. Ή τα τοστ, ξέρεις πως είναι να τρως το τοστ το οποίο είναι καμμένο απ’ έξω, παγωμένο από μέσα και να μην σου καίγεται καρφί; Να το απολαμβάνεις σαν να ήτανε χαβιάρι; Αν ας πούμε τώρα εγώ βρεθώ σε ένα τραπέζι και μου σερβίρουν χοιρινό με σέλινο, αντί να βγάλω τα άντερά μου και να τους πω, «ευχαριστώ πολύ δεν θα πάρω…» ή « γιατί ρε παιδιά χοιρινό με σέλινο; Γιατί δηλαδή; Κάντε το μία Δευτέρα το ρημάδι! Όχι το Σάββατο με καλεσμένους», θα το φάω χωρίς να προσβάλλω τον οικοδεσπότη/την οικοδέσποινα και θα νοιώθω ότι τρώω και πατάτες τηγανιτές. Καταλαβαίνετε τι μαθήματα ζωής ήταν αυτά;  

Τέτοια πράγματα είναι σημαντικά και στον πόλεμο, και στον λοιμό και στον καταποντισμό μη σας πω.

Απα πα, συγκινήθηκα.

Γι’ αυτούς και πολλούς άλλους λόγους, η μαμά μου κι εγώ, θα θέλαμε να εκφράσουμε τη βαθιά μας ευγνωμοσύνη σ’ αυτόν τον άνθρωπο, που ήταν για μας, πατέρας αδερφός και φίλος και που ταξιδεύοντας με τα πλοία του γίναμε άξιοι πολίτες αυτής της υπέροχης χώρας.

 

ΥΓ. Πλάκα πλάκα, δεν λέτε καλά που υπήρχαν κι αυτά τα ….πλοια… αλλιώς με καΐκια θα πηγαίναμε και μόνο με καλό καιρό..